Tuesday, November 01, 2005

TEST DRIVE

Αχ, να ‘σαι καλά Κλαίρη μου που με πήρες στο μπαράκι μαζί σου. Τι παιδιά ήταν όλα! Ιδίως ο ξανθός, ο ψηλός, εκείνος με το Τίμπερλαντ ρε, πολύ σικάτος ο τύπος, δεν είδα και βέρα, τι λες να του την πέσω;
Σ’ αρέσει η θάλασσα; Διότι Μαίρη μου, ο τύπος όταν δεν είναι στο μπαράκι να λέει και ν’ ακούει θαλασσινές ιστορίες, είναι εξαφανισμένος μ’ ένα κότερο χειμώνα καλοκαίρι αρμενίζοντας τα πέλαγα κι έχει χεσμένους τους στεριανούς θνητούς.
Κότερο; Α, τρέλα, δεν έχω ξαναμπεί, αλλά στο σεϊτσέντο του Μπάμπη και τα βολεύαμε μια χαρά, φαντάζεσαι στο κότερο με τα όλα του τι θα γίνει; Τηλέφωνό του έχεις;
Η επίθεση ήταν ευθεία.
Γειά σου, η Μαίρη είμαι. Τι εννοείς ποια Μαίρη; Πέμπτη βράδυ, στο μπαράκι, η ξανθιά με το δερμάτινο, αυτή που κοίταζες πλαγίως, η φίλη της Κλαίρης καλέ και μη μου το παίζεις εμένα κούλ γιατί το έπιασα το βλέμμα το ζωηρό. Είσαι για μια τσάρκα; Α, μόνο στη θάλασσα βγαίνεις τσάρκα εσύ…Πώς το ‘πες; Τεστ ταιριάσματος; Τι τεστ, γραπτό ή προφορικό; Άσε το ‘πιασα το υπονοούμενο, και θα ‘μαστε μόνοι μας ε, εσύ κι εγώ, ααα πονηρούλη, αμ’ εγώ να δεις πώς έπαιρνα άριστα στο πανεπιστήμιο, στο τεστ θα κωλώσουμε; Θα σκίσω αγόρι μου, λοιπόν στις δέκα στη μαρίνα, στο ντόκο κάτω από το Ρεμέτζο με φουλ εξάρτηση, άντε σμουτς.
Ο ύπνος βρήκε τη Μαίρη μ’ ένα σαρδόνιο χαμόγελο αυτοπεποίθησης και ανυπομονησίας. Στις οκτώ, σκούπιζε το καυτό νερό απ’ το κορμί της σιγομουρμουρίζοντας
τεστ θέλεις ναυτάρα μου, τεστ θα ‘χεις. Τεστ κοπώσεως μέχρι να δεις τον Χριστό φαντάρο.
Φουλ εξάρτηση λοιπόν. Άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου. Έπιασε το φούξια στρινγκ, χαμογέλασε στην ανάμνηση του καθηγητή της Στατιστικής που πάθαινε εξόφθαλμο στη θέα του, «Άριστα με τόνο!» της φώναζε, και το φόρεσε. Άνοιξε το κάτω συρτάρι και πήρε το φούξια σουτιέν, αλά Χερτζίκοβα αυτό που φέρνει τα κάτω πάνω και στρίμωξε το μπούστο της. Μετά κάθισε στον καθρέφτη. Να οι πούδρες, να οι σκιές, να τα μολύβια και τα κραγιόν, τύφλα να ‘χει η Άντζυ Σαμίου στο δρακουλέ της,
θα σου πιω το αίμα παίδαρε, ψυθίρισε
και άνοιξε τη ντουλάπα.
Θάλασσα, θάλασσα, θάλασσα, μονολόγησε,
τι πάει με τη θάλασσα, οπ εδώ σ’ έχω, βγαίνει κι εύκολα, σκέφτηκε
καθώς τράβηξε το τυρκουάζ στρετς με το ανοικτό ντεκολτέ.
Η ώρα είχε πάει εννιάμισυ όταν σκαρφάλωσε στις κατακόκκινες γόβες στιλέτο και, δώδεκα πόντους ψηλότερη, σήκωνε το χέρι στο πεζοδρόμιο, προς τέρψη των περαστικών, και φώναζε «Ταξίιι». Τέσσερα φρέναραν μπροστά της, διάλεξε αυτό με τον συμπαθή μουστακαλή ταξιτζή και κάθισε με χάρη στο πίσω κάθισμα.
Μαρίνα.
Χαράλαμπος, απάντησε ο ταξιτζής
τραβώντας διακριτικά την ταμπελίτσα με το «μπαμπά μη τρέχεις».
Καλέ στη μαρίνα Αρετσούς, του λέει,
ρε τζούς ψιθυρίζει αυτός
και ξεκίνησε με τρίτη ρετάροντας. Τέσσερις φορές έχασε το δρομάκι που κατεβαίνει στη μαρίνα γιατί κοίταζε από το καθρεφτάκι στο πίσω κάθισμα, την Πέμπτη το βρήκε και δέκα και πέντε η Μαίρη βρέθηκε κάτω από το Ρεμέτζο Παλάς. Το βλέμμα της στάθηκε στο μώλο που έμπαινε βαθιά στη θάλασσα. Ανατρίχιασε στον συμβολισμό.
Πες πως είναι πασαρέλα, σκέφτηκε,
και προχώρησε τριζάτη επί ευθείας γραμμής.
Ο ψηλός, ο ξανθός, ο πώς τον είπε καλέ, α ναι ο Αλέξανδρος, τακτοποιούσε τα σχοινιά στην πρύμη του σκάφους, μικρό της φάνηκε,
αλλά άλλο μας ενδιαφέρει πιο πολύ από το μέγεθος, παρηγόρησε τον εαυτό της
όταν στάθηκε στην άκρη του μώλου και νιαούρησε
καλημέρα, δεν άργησα ε, πρώτη φορά μου συμβαίνει αυτό.
Καλημέρα, βγάλε τα παπούτσια σου και σάλτα μέσα, είπε ο Αλέξανδρος.
Τα παπούτσια; Ανάποδα αρχίζει αυτός; Όλοι από πάνω άρχιζαν έως τώρα, είπε από μέσα της και πέρασε με χάρη τα ρέλια αφήνοντας μια φούξια ανταύγεια στην κίνησή της.
Ωραία, τακτοποίησε τα πράγματά σου κάτω κι έλα να σαλπάρουμε.
Κατέβηκε στο εσωτερικό,
αα ωραία είναι εδώ, φώναξε
πιέζοντας με το χέρι της τα μαξιλάρια της φαρδιάς κουκέτας. Ακούμπησε τον μικρό σάκο στο τραπέζι και τον άνοιξε.
Για να δούμε, το σεσουάρ εδώ, το σανέλ –ας βάλω λίγο- εκεί, το κερί για την αποτρίχωση παρακεί, το ντουραστοπ κάπου δίπλα στην κουκέτα –δεν έχει και περίπτερο στη θάλασσα-, βούρτσα, καθρεφτάκι, πούδρα, οδοντόκρεμα, κρέμα για τα χέρια, όλα εδώ. Έτοιμη, είπε βγαίνοντας στο κοκπιτ.
Τι έτοιμη, πού είναι τα ρούχα σου; ρώτησε ο Αλέξανδρος.
Τα φοράω καλέ.
Κορίτσι μου εδώ δεν είναι η Πύλη του Αξιού, τράβα κάτω στην πλωριά καμπίνα έχει κάτι φόρμες και δυο-τρία ζευγάρια παπούτσια, διάλεξε τι σου κάνει και φόρα τα.
Η φωνή του είχε κάτι άγριο,
αλλιώς θα τη βρίσκει αυτός σκέφτηκε
και χώθηκε βιαστικά κάτω. Όταν ξαναβγήκε, παρά το «έτσι μπράβο» του Αλέξανδρου, το θέαμά της το ένοιωθε κωμικοτραγικό. Η φόρμα τρία νούμερα μεγαλύτερη και τα παπούτσια δύο, της ήρθαν δάκρυα αλλά συγκρατήθηκε, μη χαλάσει και το ρίμελ και η καταστροφή γίνει ολική.
Ωραία, λύσε τώρα το ρεμέτζο κι έλα πίσω της είπε.
Το Ρεμέτζο; Πώς να λύσω το Ρεμέτζο κοτζάμ κτίριο, άσε έτσι που είμαι δεν κυκλοφορώ εγώ εκεί να γίνω ρεζίλι των σκυλιών.
Κορίτσι μου, όχι το Ρεμέτζο το κτίριο, το ρεμέτζο το και το, της εξήγησε.
Πήγε μπροστά, έλυσε το σχοινί, έσπασε ένα νύχι και γύρισε πίσω. Το κότερο είχε ήδη ξεκινήσει κι έστριβε να βγει απ’ τη μαρίνα, μα κάτι δεν της πήγαινε καλά.
Καλέ αυτό δεν έχει τιμόνι!
Έχει λαγουδέρα της απάντησε.
Λαγουδιέρα;
Λα-γου-δε-ρα, αυτό το μαρκούτσι που πάει δεξιά αριστερά και πάνω κάτω, μ’ αυτό τιμονεύεται και στρίβει το σκάφος, κράτα λίγο να ετοιμάσω τα πανιά.
Κάτι απ’ όλη αυτή την ορολογία της φαινόταν οικείο και κράτησε τη λαγουδέρα με τα δυο της χέρια, σχεδόν με λαχτάρα.
Μάζεψε τη μπαρούμα από πίσω σου μη πάει στην προπέλα, της φώναξε επιτακτικά ο Αλέξανδρος που σήκωνε τη Μαΐστρα.
Σβέλτα!
Ελαφροπανικός.
Μπαρούμα; Τι ‘ναι αυτό πάλι;
Γύρισε το κεφάλι της,
α, το σχοινί αυτό θα εννοεί, άφησε τη λαγουδέρα, το κότερο άρχισε να στρίβει προς τα βράχια,
πιάσε γαμώτο τη λαγουδέρα θα τσακιστούμε!,
Και η μπαρούμα; Τι να την κάνω την μπαρούμα; Πώς να τη μαζέψω, δυο χέρια έχω, γαμώ,
χοντροπανικός,
δε πάει στο διάολο η παλιομπαρούμα,
ξαναρπάζει τη λαγουδέρα και ο ένας κίνδυνος αποσοβείται.
Λοιπόν, ακούει τον Αλέξανδρο που κατέβηκε δίπλα της, Το ρεμέτζο το μάθαμε, τη λαγουδέρα τη μάθαμε, μάθημα τρίτον, για να έχουμε ελεύθερα τα χέρια μας βάζουμε τη λαγουδέρα ανάμεσα απ’ τα πόδια μας και την κουμαντάρουμε με τα μπούτια μας. Κάν’ το.
Το ‘κανε. Μάζεψε και τη μπαρούμα, χάλια έγιναν τα χέρια της, τα σκούπισε στη φόρμα,
καλά που πήρα και την κρέμα χεριών, σκέφτηκε
και γράπωσε τη λαγουδέρα ξανά και με τα δυο χέρια. Αυτή η στάση της φαινόταν γνώριμη, ασφαλής.
Ξεπέζεψε και κάτσε δίπλα μου τη διέκοψε ο Αλέξανδρος καθώς ολοκλήρωνε το άνοιγμα της τζένοας και έπαιρνε στα χέρια του τη λαγουδέρα.
Ωραία, σκέφτηκε η Μαίρη. Τέλειωσαν τα δύσκολα.
Σκότα! Ακούστηκε πάλι κοφτά ο Αλέξανδρος.
Μα τι σου ‘κανα; Ρώτησε αυτή τρομαγμένη.
Δε σε βρίζω κοπέλα μου, μαλάκωσε εκείνος, σκότα είναι το σχοινί με το οποίο κουμαντάρουμε τα πανιά, βγάλε τη σκότα της μαΐστρας απ’ το δαγκανάρι και πάρε τα μπόσικα. Πρόσεχε τη μάτσα. Κουνήσου!
Απ’ όλα όσα μου ‘πες, για να ‘μαι ειλικρινής μόνο το «κουνήσου» ξέρω. Τι στο διάολο να κάνω;
Κάνε δύο φραπεδάκια κι έλα να το συζητήσουμε ήρεμα, είπε ο Αλέξανδρος και λάσκαρε τα πανιά στρίβοντας το σκάφος στα πρύμα.
Με συγχωρείς, της είπε, νόμισα ότι είχες ξαναβγεί στη θάλασσα αφού συχνάζεις στο μπαράκι μας. Λοιπόν, όσο πίνουμε το καφεδάκι, άραξε και απόλαυσε την ηρεμία.
Η Μαίρη ένοιωθε περίεργα. Απόλυτη ησυχία. Το σκάφος γλιστρούσε με χάρη στον Κόλπο, σπρωγμένο από την ίδια τη φύση προς τα εκεί που ήθελε ο Αλέξανδρος. Δυο γλάροι πέρασαν δίπλα της πλανάροντας με τα φτερά ανοιγμένα και ερευνώντας τα νερά. Ο αέρας ρυτίδιαζε τη θάλασσα και φούσκωνε τα πανιά, το νερό έτρεχε με ταχύτητα προς τα πίσω κι όμως, ούτε ο παραμικρός θόρυβος ακουγόταν. Τις σκέψεις της, για δες είχε χρόνο να σκέφτεται, διέκοψε ο Αλέξανδρος.
Λοιπόν, τι λες, θέλεις να μάθεις τα μυστικά του σκάφους; Έχουμε δυο ώρες στη διάθεσή μας πριν φουντάρουμε για μπάνιο και μεσημεριανό.
Θέλω, του είπε,
και για δυο ώρες ξέχασε τους συμβολισμούς και τα τοιαύτα, και τον άκουγε με προσοχή να της εξηγεί για τις μπαρούμες, τις σκότες, τα μαντάρια, τις μάτσες, τα σπινακόξυλα, τα όρτσα, τα πρύμα και τις πλαγιοδρομίες. Έμαθε το βίρα και το μάινα, το λάσκα και το αγάντα, βιράρισε τα βιντσιρέλα, κόλλησε λίγο στην καντηλίτσα και έσπασε ακόμη ένα νύχι φουντάροντας την άγκυρα στον βυθό του πανέμορφου μικρού όρμου.
Αν θες βούτα μέχρι να φτιάξω τη μακαρονάδα, της είπε,
μα δεν έχω μαγιό,
και τι σε πειράζει, σε είδα γυμνή κι όταν ήρθες στο σκάφος, της χαμογέλασε και χάθηκε στην καμπίνα.
Κολύμπησε με την ψυχή της. Ολομόναχη, ολόγυμνη. Το κρύο νερό έσφιγγε το σώμα της που πονούσε, ούτε στο Γυμναστήριο είχε ποτέ πιαστεί έτσι. Σκαρφαλώνοντας στη μικρή σκάλα της πρύμνης, αντίκρισε μια μεγάλη πετσέτα απλωμένη στα ρέλια, μια καθαρή φόρμα κι ένα ζευγάρι παπούτσια στα μέτρα της. Ο Αλέξανδρος απουσίαζε διακριτικά. Σκουπίστηκε γρήγορα, έβαλε τη φόρμα και απολάμβανε τα παπούτσια στο σωστό νούμερο όταν αυτός εμφανίστηκε με δυο πιάτα αχνιστή μακαρονάδα με μπόλικη σάλτσα και τυρί. Την καταβρόχθισε σε τρία λεπτά, όχι γιατί ερχόταν το μπουρίνι που είπε ο Αλέξανδρος, αλλά γιατί ήταν η νοστιμότερη που έφαγε στη ζωή της.
Στο γυρισμό δεν είχε χρόνο να σκεφτεί. Το μπουρίνι ήταν γερό. Το σκάφος έγερνε και έτριζε, ο Αλέξανδρος το απολάμβανε άλλά έδινε συνεχώς κοφτές εντολές, τα χέρια της ρόζιασαν, έσπασε και τρίτο νύχι και, στο τέλος, έπιασε το σωστό ρεμετζάκι, κι έδεσε την πλωριά μπαρούμα ακριβώς την ώρα που ο ήλιος βούλιαζε στον ορίζοντα. Έσυρε τα βήματά της στην πρύμη. Το σώμα της πονούσε αλλά η εξάντληση ήταν γλυκιά.
Εγώ θα μείνω να συμμαζέψω το σκάφος, της είπε, εσύ τράβα για ένα ζεστό μπάνιο και στο κρεβάτι σου, συμπλήρωσε και σκύβοντας τη φίλησε στο μέτωπο.
Η Μαίρη περπάτησε ελίγδην το μώλο κι έφτασε ξεθεωμένη στον κεντρικό δρόμο.
Τι στο διάολο, γιατί δε σταματάει κανένα ταξί; αναρωτήθηκε.
Όταν συνειδητοποίησε την εμφάνισή της, την έπιασε νευρικό γέλιο. Τελικά, ένας παππούλης ταξιτζής τη λυπήθηκε και σταμάτησε.
Οκτώ το πρωί.
Γεια σου, του είπε στο τηλέφωνο. Συγχαρητήρια; Για ποιο πράγμα; Πέρασα το τεστ; Ποιο τεστ αφού με ξεθέωσες και δεν κάναμε τίποτα…Τα κάναμε όλα; Δηλαδή πέρασα; Με άριστα κιόλας; Μμμ και συ ήσουν υπέροχος. Τριήμερο είπες; Φύγαμε!

Labels:

5 Comments:

At Tue Nov 01, 12:56:00 PM, Blogger Πάνος said...

Λοιπόν, ο μήνας μπήκε πολύ καλά!

 
At Wed Nov 02, 02:35:00 PM, Blogger kaltsovrako said...

:)

 
At Wed Nov 02, 03:08:00 PM, Blogger COSTANTINA said...

Μούργο, έγραψες!!!

Τελικά, είναι υπέροχο έστω για λίγο, να βγαίνεις απ΄το μακιγιάζ, τα τυπικά των ημερών μας, τα τακούνια και όλα όσα σε δυσκολεύουν να δεις την ομορφιά του ανθρώπου δίπλα σου, να γνωρίσεις τον εαυτό σου, έστω και μέσα σε μια φόρμα και σε ένα ζευγάρι χοντροπάπουτσα δυό νούμερα μεγαλύτερα.

Τα σέβη μου. : )

 
At Wed Nov 02, 03:17:00 PM, Blogger Ημίαιμος-Imiaimos said...

Από εσάς, Πάνο, Καλτσόβρακε και Costantina, τιμητικότατα!
Και, Κωστάντω, ξαναδιάβασε το τελευταίο σου με την οπτική του σχολίου σου εδώ...
Γιατί τα ίδια ισχύουν και για τη φαινομενική καθημερινότητά μας σ' αυτή τη χώρα που μας πληγώνει, μας πεθαίνει και μας ανασταίνει.

 
At Wed Nov 02, 04:16:00 PM, Blogger COSTANTINA said...

Ξέρεις, εμείς οι γυναίκες έχουμε κι αυτά τα οιστρογόνα, που είναι χειρότερα από την δική σας τεστοστερόνη καμμιά φορά ;)

 

Post a Comment

<< Home